Τετάρτη, 6 Μαρτίου 2013

Σωματικό βάρος και εθισμός στη ζάχαρη


από την Μαργαρίτα Οκτωράτου, Διαιτολόγος - Διατροφολόγος, Πτυχιούχος Χαροκόπειου Πανεπιστημίου

Μήπως δυσκολευόμαστε να χάσουμε βάρος εξαιτίας του εθισμού μας στη ζάχαρη;
Σχεδόν χωρίς εξαίρεση, οι περισσότεροι άνθρωποι που έχουν προσπαθήσει να χάσουν βάρος κάποια στιγμή έχουν ...
διαπιστώσει ότι δυσκολεύονται να αντισταθούν στη γλυκιά γεύση. Κάποιες φορές, μάλιστα, η «ανάγκη για γλυκό» είναι τόσο έντονη που γεννά το «εύλογο» ερώτημα: μήπως τελικά η ζάχαρη προκαλεί εθισμό; Και μήπως τελικά αυτός ο εθισμός στη ζάχαρη ευθύνεται για την παχυσαρκία που ταλαιπωρεί, κυριολεκτικά, την υφήλιο;

Τι μας λέει η επιστήμη

Η υπόθεση ότι η ζάχαρη ίσως προκαλεί εθισμό δεν είναι καινούρια. Σε μεγάλο βαθμό οφείλεται σε ορισμένες μελέτες σε πειραματόζωα, όπως π.χ. ποντίκια, που υπό ορισμένες συνθήκες παρουσιάζουν συμπτώματα που μοιάζουν με τον εθισμό, αλλά και σε διάφορες μελέτες που απεικονίζουν π.χ. τις αλλαγές που συμβαίνουν στον εγκέφαλο των ανθρώπων που καταναλώνουν γλυκά τρόφιμα. Η αλήθεια όμως είναι ότι, αν και τέτοιου είδους μελέτες μας δίνουν εξαιρετικά σημαντικές πληροφορίες που μας βοηθούν να κατανοήσουμε τον τρόπο λειτουργίας του ανθρώπινου εγκεφάλου, εντούτοις καμία από αυτές δεν αποδεικνύει ότι η ζάχαρη προκαλεί εθισμό στον άνθρωπο.

Άλλο ευχαρίστηση, άλλο εθισμός

Καταρχήν, είναι αλήθεια ότι κάθε φορά που καταναλώνουμε ένα τρόφιμο που περιέχει ζάχαρη, ή ζάχαρη σε συνδυασμό με λίπος, ή γενικά οποιοδήποτε «γλυκό» ή «γλυκό και λιπαρό» ή «νόστιμο» τρόφιμο, νιώθουμε «ευχαρίστηση». Και όπως θα λέγαμε σε «νευρο-βιολογικό επίπεδο» στην πράξη εκκρίνεται η ουσία ντοπαμίνη από μία δομή του εγκεφάλου που ονομάζεται «επικλινής πυρήνας», δηλαδή «διεγείρεται» το «σύστημα ανταμοιβής» στον εγκέφαλο. Αυτό βεβαίως που αξίζει να γνωρίζουμε είναι ότι, το ίδιο σύστημα ανταμοιβής διεγείρεται και από πολλά άλλα «ευχάριστα» φαινόμενα, όπως είναι η μουσική, το χιούμορ, η νίκη ή η αναμονή της νίκης, η σωματική έλξη, η αναγνώριση του παιδιού από τη μητέρα του κ.λπ. Έτσι, πολλοί ερευνητές συμφωνούν ότι, το γεγονός ότι η κατανάλωση ζάχαρης προκαλεί έκκριση ντοπαμίνης ίσως δεν είναι κάτι ασυνήθιστο ή ανησυχητικό, αλλά μία από τις «θετικές εμπειρίες» που ενεργοποιούν έναν συνηθισμένο μηχανισμό του εγκεφάλου. Επιπλέον, οι επιστήμονες συμφωνούν ότι η προτίμησή μας στη γλυκύτητα είναι έμφυτη και ότι ίσως μάλιστα αποτελεί έναν εξελικτικό μηχανισμό επιβίωσης ο οποίος αρχικά διασφαλίζει την αποδοχή του μητρικού γάλακτος (που έχει ελαφρώς γλυκιά γεύση λόγω του σακχάρου λακτόζη) και στη συνέχεια καθοδηγεί προς ασφαλή, θρεπτικά τρόφιμα (αφού στη φύση συχνά το «πικρό» σηματοδοτεί π.χ. την αλλοίωση).

Εύγευστα τρόφιμα και...εξαρτησιογόνες ουσίες

Ένα εύρημα που απασχολεί ορισμένους ερευνητές είναι ότι οι εξαρτησιογόνες ουσίες, όπως είναι τα ναρκωτικά και το αλκοόλ, φαίνεται να ενεργοποιούν τα ίδια κυκλώματα του εγκεφάλου με τη ζάχαρη. Δεν θα μπορούσε λοιπόν και η ζάχαρη να προκαλέσει αντίστοιχα συμπτώματα με εκείνα της εξάρτησης; Η επιστήμη μέχρι στιγμής δεν αποδεικνύει κάτι τέτοιο, και η επίδραση της ζάχαρης φαίνεται όχι έχει ουσιαστικές διαφορές με εκείνη των εξαρτησιογόνων ουσιών. Για παράδειγμα, η κατανάλωση ζάχαρης, και εύγευστων τροφίμων γενικότερα, διεγείρει με διαφορετικό τρόπο τα εγκεφαλικά κύτταρα και, επιπλέον, δεν συνδέεται με μια σειρά φαινομένων που χαρακτηρίζουν την εξάρτηση σε εξαρτησιογόνες ουσίες, όπως είναι η ανάγκη πρόσληψης όλο και μεγαλύτερων ποσοτήτητων (habituation), η σφοδρή επιθυμία (craving) και η ανοχή (tolerance), και τα οποία προκαλούν πολύ σοβαρά προβλήματα στα «εξαρτημένα» άτομα, αλλά και στην κοινωνία. Επιπλέον, τα φάρμακα που επιδρούν στη δράση των εξαρτησιογόνων ουσιών δεν επιδρούν με τον ίδιο τρόπο στη δράση της ζάχαρης. Αυτά και μια σειρά άλλων δεδομένων καθιστούν αδύνατη την επιβεβαίωση της θεωρίας ότι η ζάχαρη προκαλεί σωματική εξάρτηση, αντίστοιχη με εκείνη των διαφόρων εξαρτησιογόνων ουσιών.

Αν η ζάχαρη δεν προκαλεί εθισμό, τότε γιατί δυσκολευόμαστε τόσο να «κόψουμε» τα γλυκίσματα και να χάσουμε βάρος;

Το ερώτημα αυτό είναι πολυσύνθετο και, προφανώς, απασχολεί όχι μόνο «καθημερινούς ανθρώπους» που θέλουν να ελέγξουν το βάρος τους, αλλά και εκατοντάδες ερευνητές και επιστήμονες ανά τον κόσμο. Η αλήθεια είναι ότι, οι άνθρωποι έχουμε σύνθετη σχέση με το φαγητό, που εκ των πραγμάτων, εκτός από θρεπτικά συστατικά μας προσφέρει και «ευχαρίστηση» την οποία, τελικά, δεν είναι και τόσο παράλογο να αναζητούμε. Αλλά η επιστήμη δεν έχει αποδείξει ότι η ζάχαρη, ή οποιοδήποτε μεμονωμένο συστατικό, ευθύνεται αποκλειστικά για την αύξηση στο βάρος μας, που στην πράξη είναι το αποτέλεσμα της υπερβολικής πρόσληψης θερμίδων, από οποιοδήποτε συνδυασμό συστατικών ή τροφίμων της διατροφής μας, και της μειωμένης δαπάνης θερμίδων για τις ανάγκες του οργανισμού και τη σωματική μας δραστηριότητα. Βεβαίως, το βάρος μας επηρεάζεται και από το γενετικό μας υπόβαθρο και το περιβάλλον και τις εμπειρίες μας, που συχνά επηρεάζουν τις διατροφικές μας επιλογές, όπως το είδος και η ποσότητα των τροφίμων που καταναλώνουμε, ή τον τρόπο ζωής μας, όπως τη σχέση μας με την άσκηση, αλλά σε τελική άναλυση, η διαχείριση του βάρους μας εξαρτάται από εμάς τους ίδιους και τις επιλογές μας.

Πηγή: eumedline.eu

Σάββατο, 2 Μαρτίου 2013

Η έλλειψη ύπνου «τρελαίνει» τα γονίδια!


Ερευνητές στη Βρετανία υποστηρίζουν ότι λιγότερες από έξι ώρες ύπνου τη νύχτα επιδρούν αρνητικά σε εκατοντάδες γονίδια. Όπως αναφέρουν, η έλλειψη ύπνου παρεμβαίνει...
στη δράση γονιδίων που συνδέονται με το ανοσοποιητικό σύστημα, τον μεταβολισμό και την απόκριση του οργανισμού στο στρες.

Το πείραμα
Ειδικοί του Κέντρου για την Έρευνα του Ύπνου του Πανεπιστημίου Σάρεϊ μελέτησαν επί 12 μέρες 26 υγιείς εθελοντές (14 άνδρες και 12 γυναίκες) ηλικίας 23-31 ετών. Όλοι οι εθελοντές επισκέφθηκαν το Κέντρο σε δύο διαφορετικές περιστάσεις. Την πρώτη φορά πέρασαν 10 ώρες κάθε νύχτα στο κρεβάτι επί μια εβδομάδα. Τη δεύτερη φορά τους επετράπη να κοιμηθούν τη νύχτα μόνο επί έξι ώρες και πάλι επί μια εβδομάδα. 

Αναλύοντας δείγματα αίματος που έλαβαν από τους εθελοντές οι ερευνητές κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι λιγότερες από έξι ώρες ύπνου επιδρούν αρνητικά στη δραστηριότητα περίπου 700 γονιδίων. Βρήκαν 444 γονίδια των οποίων η δράση είχε κατασταλεί από την έλλειψη ύπνου ενώ 267 παρουσίαζαν αυξημένη δραστηριότητα σε σύγκριση με τα γονίδια των εθελοντών που κοιμούνταν περισσότερο.

Οι επιπτώσεις
Οι μεταβολές στη λειτουργία των γονιδίων που ελέγχουν τον μεταβολισμό είναι πιθανό να προκαλέσουν την εμφάνιση παθήσεων όπως ο διαβήτης και η παχυσαρκία ή να αυξήσουν τη «δριμύτητά» τους σε περίπτωση που έχουν ήδη κάνει την εμφάνισή τους. Παράλληλα η διατάραξη της λειτουργίας άλλων γονιδίων όπως αυτών που κυβερνούν τη φλεγμονώδη απόκριση του οργανισμού, μπορεί να έχει αρνητικές συνέπειες στην καρδιακή λειτουργία. Άλλα γονίδια που φαίνεται ότι επηρεάζονται από την έλλειψη ύπνου σχετίζονται με τη γήρανση αλλά και την απόκριση του οργανισμού στο στρες.

Η έλλειψη ύπνου έχει επίσης επιπτώσεις και μάλιστα πολύ σοβαρές στα γονίδια που ελέγχουν το λεγόμενο «βιολογικό ρολόι» του οργανισμού. Αυτό μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την επιδείνωση όχι μόνο της ποσότητας αλλά και της ποιότητας του ύπνου με την εμφάνιση έντονων διαταραχών ύπνου. Οι αναλύσεις στους εθελοντές έδειξαν ότι 8,5 ώρες ύπνου κάθε νύχτα αυξομείωναν… αρμονικά τη λειτουργία 1.855 γονιδίων στο πλαίσιο ενός 24ωρου κύκλου. Σε συνθήκες έλλειψης ύπνου όμως 400 γονίδια σταματούσαν να έχουν αυτή την φυσιολογική κυκλική δραστηριότητα και είτε υπολειτουργούσαν συνεχώς είτε υπερλειτουργούσαν.

Τι σημαίνει
Η ανακάλυψη είναι πιθανό να φωτίσει τους βιολογικούς μηχανισμούς που αυξάνουν τους κινδύνους εμφάνισης διαφόρων παθήσεων όπως οι καρδιοπάθειες, ο διαβήτης, η παχυσαρκία,η κατάθλιψη αλλά και το στρες σε άτομα που κοιμούνται λίγες ώρες.

«Η έκπληξη για μας ήταν ότι ακόμη και μια μικρή μείωση στις ώρες που κοιμάται κάποιος είναι ικανή να έχει αρνητικές συνέπειες. Η μικρή διάρκεια ύπνου ή ο διακεκομμένος ύπνος προκαλεί περισσότερα προβλήματα από το να νιώθει κάποιος απλώς κουρασμένος» αναφέρει ο καθηγητής Ντερκ Γιαν Ντιτζκ, διευθυντής του Κέντρου για την Έρευνα του Ύπνου και επικεφαλής της σχετικής μελέτης που δημοσιεύεται στην επιθεώρηση «PNAS». 

Προηγούμενες έρευνες έχουν δείξει ότι όσοι κοιμούνται λιγότερες από 5 ώρες το βράδυ έχουν 15% περισσότερες πιθανότητες να πεθάνουν από οποιοδήποτε αίτιο σε σχέση με άτομα ίδιας ηλικίας που κοιμούνται αρκετές ώρες το βράδυ.

tosokaki.blogspot.gr