Κυριακή, 23 Νοεμβρίου 2014

Από τι εξαρτάται η διατροφική συμπεριφορά και πως το στρες επιδρά στην ανθρώπινη φυσιολογία; Ποια πρέπει να είναι η διατροφική απάντηση στο άγχος;

της Μαρίας Χιόνη, καθηγήτρια ιατρικής ορολογίας, μεταπτυχιακή φοιτήτρια φυσιολογίας της Ιατρικής Σχολής Αθηνών


Όπως κάθε συμπεριφορά, έτσι και η διατροφική συμπεριφορά
ρυθμίζεται κυρίως από το κεντρικό νευρικό σύστημα (ΚΝΣ). 

Τα κύρια κέντρα του εγκεφάλου που ρυθμίζουν τη διατροφική συμπεριφορά βρίσκονται στο επίπεδο του υποθαλάμου. Οι κλασικές απόψεις της δεκαετίες του 50 σύμφωνα με τις οποίες υπάρχουν δύο ξεχωριστά κέντρα στον υποθάλαμο, ένα της όρεξης και ένα του κορεσμού, έχουν αντικατασταθεί από τις σύγχρονες απόψεις σύμφωνα με τις οποίες η αλληλεπίδραση διαφόρων νευροδιαβιβαστών και νευροορμονών στον υποθάλαμο και σε άλλα σημεία του εγκεφάλου παίζουν ρόλο στην εναλλαγή πείνας και κορεσμού. Οι νευροδιαβιβαστές αυτοί λειτουργούν μέσα σε νευρωνικά κυκλώματα τα οποία δέχονται ορμονικά και νευρικά ερεθίσματα από τους περιφερικούς ιστούς. 


Τα ερεθίσματα αυτά στέλνουν πληροφορίες στον εγκέφαλο αναφορικά με την από την ενεργειακή κατάσταση του οργανισμού και επιτρέπουν, κατ’ αυτόν τον τρόπο, την προσαρμογή της πρόσληψης τροφής ανάλογα με τις ανάγκες.

Η φυσιολογική αυτή ρύθμιση επηρεάζεται από διάφορους ψυχολογικούς, κοινωνικούς και περιβαλλοντικούς παράγοντες οι οποίοι πολλές φορές εκτρέπουν την ενεργειακή αυτή ισορροπία από τα φυσιολογικά όρια και μπορεί να προκαλέσουν διαταραχή στο σωματικό βάρος με αποτέλεσμα παχυσαρκία ή απίσχναση.

Ένα επεισόδιο πρόσληψης τροφής αποτελείται από 3 φάσεις : Την
προγευματική, την φάση του κυρίου γεύματος και την μεταγευματική φάση.
Κατά την προγευματική φάση το άτομο βρίσκεται σε εγρήγορση για
αναζήτηση τροφής και προετοιμάζει τη διαδικασία του γεύματος. Οι αισθήσεις που συνοδεύουν την φάση αυτή είναι η πείνα (hunger) και ή όρεξη (appetite).
Οι διαφορές των δύο αυτών αισθήσεων είναι ότι η μεν πείνα αποτελεί μια φυσιολογική ανάγκη για φαγητό χωρίς να συνυπάρχει ειδική επιθυμία και η οποία προκαλεί ανησυχία, νευρικότητα και εκνευρισμό ενώ η όρεξη είναι η επιθυμία για συγκεκριμένη τροφή ή ομάδα τροφών (π.χ. έχω όρεξη για μακαρόνια ή για σοκολάτα) και συνοδεύεται με αίσθηση απόλαυσης.

Η κύρια φάση του γεύματος -2η φάση- χαρακτηρίζεται από την έναρξη πρόσληψης τροφής όπου το άτομο επιλέγει την ποσότητα και ποιότητα της τροφής, τη διαδικασία λήψης τροφής και τη διακοπή. Η φάση αυτή χαρακτηρίζεται από την αίσθηση της όρεξης, της απόλαυσης και την έναρξη κορεσμού.

Η μεταγευματική φάση -3η φάση- συνοδεύεται από αίσθημα ευεξίας και ελαφρά υπνηλία οι δε αισθήσεις που κυριαρχούν είναι αυτές του κορεσμού, της πληρότητας και της ικανοποίησης. Στο σημείο αυτό είναι σκόπιμο να ξεχωρίσουμε τον κορεσμό (satiation) κατά τον οποίο υπάρχει αίσθηση γαστρικής πληρότητας, εξαφάνιση της αίσθησης της πείνας και χαλάρωση, από τον κόρο (satiety) όπου υπάρχει πλήρης αναστολή επιπλέον λήψης τροφής.
Σε γενικές γραμμές η πρόσληψη τροφής μπορεί να ρυθμίζεται είτε
μέσω της ποσότητας της τροφής κατά τη διάρκεια του γεύματος είτε μέσω του μεσοδιαστήματος 2 γευμάτων. Μελέτες σε πειραματόζωα έδειξαν ότι η ποσότητα (το μέγεθος) του γεύματος είναι αυτή που κυρίως παίζει ρόλο στο μεσοδιάστημα που μεσολαβεί μέχρι το επόμενο γεύμα. Αντίθετα, το μεσοδιάστημα χωρίς γεύμα δεν παίζει σημαντικό ρόλο στο μέγεθος του επομένου γεύματος. Με άλλα λόγια, δεν ισχύει η άποψη ότι οι μεγαλύτερες καθυστερήσεις από το τελευταίο γεύμα έως το επόμενο οδηγούν σε μεγαλύτερη κατανάλωση τροφής. Η σημαντική επίδραση του μεγέθους του
γεύματος στο επακόλουθο μεσοδιάστημα νηστείας εξηγείται από το γεγονός ότι υπάρχουν κάποιοι παράγοντες κορεσμού οι οποίοι είναι ανάλογοι με το μέγεθος του γεύματος και οι οποίοι εξαφανίζονται μετά από κάποιο χρονικό διάστημα.

Η φυσιολογία της διατροφικής συμπεριφοράς αποτελεί ένα πολύπλοκο σύστημα στο οποίο εμπλέκονται βιολογικοί και περιβαλλοντικοί παράγοντες.

Μεταξύ των βιολογικών παραγόντων κυριαρχεί ο υποθάλαμος του εγκεφάλου ο οποίος δέχεται μηνύματα ενεργειακών αποθεμάτων από το λιπώδη ιστό (σε χρόνια βάση) μέσω της ινσουλίνης και της λεπτίνης. Επίσης, δέχεται μηνύματα από το πεπτικό σύστημα, μέσω νευροπεπτιδίων όπως η χολοκυστοκινίνη, η γκρελίνη, το GLP1 κ.ά. τα οποία επηρεάζουν κυρίως τον κορεσμό σε οξεία βάση. Βέβαια το βιολογικό αυτό μοντέλο της διατροφικής συμπεριφοράς επηρεάζεται σημαντικά από παράγοντες του περιβάλλοντος αλλά και της προσωπικότητας του ατόμου όπως είναι κοινωνικοί, οικογενειακοί, οικονομικοί, ψυχολογικοί, συναισθηματικοί και παράγοντες υγείας. Φαίνεται ότι η έναρξη πρόσληψης τροφής εξαρτάται περισσότερο από την προσωπικότητα και τους εξωγενείς παράγοντες ενώ η διάρκεια του γεύματος και ο κορεσμός από τους βιολογικούς παράγοντες. Σε κάθε περίπτωση και υπό φυσιολογικές συνθήκες η πρόσληψη ενέργειας (τροφής) συγχρονίζεται με την κατανάλωση ενέργειας (καύσεις) ώστε να υπάρχει ομοιοστατική ισορροπία.

Στρες και διατροφική συμπεριφορά
Το στρες (distress) επάγει έναν καταρράκτη αντιδράσεων στο σώμα που ξεκινά από τον υποθάλαμο και το συμπαθητικό νευρικό σύστημα και καταλήγει στα επινεφρίδια με την απελευθέρωση κορτιζόλης και κατεχολαμινών (επινεφρίνης και νορεπινεφρίνης). Η προκαλούμενη ανισορροπία επιφέρει άμεσες ή έμμεσες επιπτώσεις στην ανθρώπινη υγεία, όπως δυσλειτουργία του καρδιαγγειακού συστήματος, καταστολή της ανοσολογικής απάντησης και τροποποίηση συμπεριφορών υγείας. Η διατροφική συμπεριφορά, ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες που καθορίζουν την υγεία, επηρεάζεται σημαντικά από το στρες.

Ένα ποσοστό ατόμων όταν υποβάλλονται σε οξύ στρες τροποποιούν τη διατροφική τους συμπεριφορά ως απάντηση στο στρεσογόνο ερέθισμα. Αυτή η αλλαγή μπορεί να περιλαμβάνει μείωση ή αύξηση της καταναλισκόμενης τροφής, σε ποσοστό 30% και 70% αντίστοιχα. Ωστόσο, ανεξάρτητα από την ποσότητα της τροφής που θα καταναλωθεί, οι διατροφικές επιλογές στρέφονται προς μια σταθερή κατεύθυνση και πιο συγκεκριμένα προς την κατανάλωση υψηλών σε θερμίδες, και κυρίως σε λίπος, τροφίμων (τύπου σνακ, με γλυκιά γεύση).

Υπό συνθήκες στρες, φαίνεται ότι οι γυναίκες έχουν την τάση να υποβαθμίζουν την ποιότητα της διατροφής τους συνολικά καταναλώνοντας περισσότερα ανθυγιεινά τρόφιμα, ενώ ουδέτερη ή μικρή επίδραση έχει το στρες στις διατροφικές επιλογές των ανδρών, οι οποίοι καταναλώνουν τα ίδια ή λιγότερα. Μια πιθανή εξήγηση γι’ αυτή τη διαφοροποίηση είναι ο διαιτητικός περιορισμός, ένα χαρακτηριστικό που εντοπίζεται συχνότερα μεταξύ των γυναικών. Πιο συγκεκριμένα, υπό φυσιολογικές συνθήκες οι γυναίκες περιορίζουν την κατανάλωση γλυκών και λιπαρών τροφίμων, τόσο επειδή επιθυμούν να διατηρήσουν το σωματικό τους βάρος, όσο και εξαιτίας της αυξημένης ευαισθητοποίησής τους σε θέματα υγείας. Ωστόσο, έρευνες υποστηρίζουν ότι τα άτομα αυτά είναι περισσότερο ευάλωτα σε διατροφικές παρεκτροπές υπό συνθήκες στρες, σε αντίθεση με τους μη περιοριστικούς τύπους επειδή ο γνωσιακός έλεγχος που ασκούν καταστέλλεται.

Το στρες διαταράσσει την ανθρώπινη φυσιολογία σε πολλαπλά επίπεδα, μεταξύ των οποίων και τη διατροφική συμπεριφορά. Αν και βραχυπρόθεσμα οι διατροφικές αλλαγές που παρατηρούνται δεν απειλούν την υγεία, όταν το στρες είναι καθημερινό η στιγμιαία τάση κατανάλωσης των λιπαρών, γλυκών σνακ γίνεται συνήθεια με αποτέλεσμα να αυξάνεται ο κίνδυνος εμφάνισης χρόνιων νοσημάτων σχετιζόμενων με την υπερκατανάλωση κορεσμένου λίπους και ζάχαρης, όπως παχυσαρκία, καρδιαγγειακά νοσήματα κλπ. Στη σημερινή «στρεσογόνο» εποχή είναι πλέον επιτακτική η ανάγκη για πιο αποτελεσματική διαχείριση των στρεσογόνων παραγόντων και μείωση του στρες.

Οι άνθρωποι που τρώνε όταν είναι πεινασμένοι και σταματούν όταν νιώθουν πλήρεις, είναι συντονισμένοι με τα βιολογικά σήματά τους. Πρόκειται για ανθρώπους που δεν έχουν όρεξη για φαγητό όταν αγχώνονται. Όσοι αγνοούν τα βιολογικά σήματά τους, πρέπει να γνωρίζουν τις συναισθηματικές και ψυχολογικές ωθήσεις που τους οδηγούν κατευθείαν στο ψυγείο - και να βρουν τακτικές αντιστροφής αυτής της κατάστασης. 

Η απάντηση στο άγχος υπογραμμίζει τη σημαντικότητα αυτών των προσεγγίσεων στον έλεγχο βάρους, οι οποίες μειώνουν τον διαιτητικό περιορισμό και δίνουν έμφαση στην υψηλή πρόσληψη φρούτων και λαχανικών, που είναι χαμηλά σε θερμίδες και πλούσια σε θρεπτικά συστατικά. Αυτά τα τρόφιμα έχουν τη δυνατότητα να αραιώσουν το θερμιδικό φορτίο στα επεισόδια αδηφαγίας.


Πηγή: medlabgr.blogspot.com

Κυριακή, 16 Νοεμβρίου 2014

Τέσσερα οφέλη της εφίδρωσης που δεν τα φαντάζεστε


Λίγοι γνωρίζουν ότι το ανθρώπινο σώμα παράγει κατά μέσο όρο σχεδόν 1 λίτρο ιδρώτα την ημέρα.

Και αν οι περισσότεροι έχουν συνδυάσει στο μυαλό τους τον ιδρώτα με τη δυσοσμία και τα σημάδια στα ρούχα, δεν είναι πολλοί εκείνοι που γνωρίζουν ότι η εφίδρωση είναι από τις πιο σημαντικές λειτουργίες του οργανισμού.

Σε γενικές γραμμές η εφίδρωση είναι ο τρόπος που το σώμα και το δέρμα αυτοπροστατεύονται από την υπερθέρμανση. Η εφίδρωση αυξάνει επίσης την κυκλοφορία του αίματος στο σώμα.
Δείτε 4 βασικούς λόγους που η εφίδρωση έχει σημαντικά οφέλη για την υγεία σας:
Ενισχύει τις ενδορφίνες

Η παρατεταμένη εφίδρωση προϋποθέτει έντονη σωματική δραστηριότητα. Η σωματική άσκηση αυξάνει το επίπεδο των ενδορφινών ορμονών που απελευθερώνονται φυσιολογικά κατά τη διάρκεια της σωματικής δραστηριότητας. Αυτές είναι οι ορμόνες που βελτιώνουν την ψυχική διάθεση του ατόμου.

Αποτοξινώνει τον οργανισμό
Ένας από τους πιο αποτελεσματικούς τρόπους για την αποτοξίνωση του οργανισμού είναι η εφίδρωση. Ο ιδρώτας μπορεί να απομακρύνει από το σώμα τα υπολείμματα του αλκοόλ, της χοληστερόλης και του αλατιού. Το σώμα απελευθερώνει τοξίνες χρησιμοποιώντας ως μέσο τον ιδρώτα. Ο ιδρώτας καθαρίζει το σώμα από τις τοξίνες που μπορούν να φράξουν τους πόρους και να προκαλέσουν στο δέρμα σπυράκια.
Μια έρευνα του 2011 που δημοσιεύθηκε στην επιστημονική επιθεώρηση Archives of Environmental and Contamination Toxicology έδειξε ότι πολλά τοξικά στοιχεία αποβάλλονται μέσω του ιδρώτα. Η εκούσια πρόκληση εφίδρωσης είναι ένας τρόπος για την εξάλειψη πολλών τοξικών στοιχείων από το ανθρώπινο σώμα. Οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι η ανάλυση του ιδρώτα θα μπορούσε να θεωρηθεί ως μία επιπλέον (πέραν του αίματος και των ούρων) μέθοδος για τον έλεγχο των τοξικών στοιχείων σε ανθρώπους.

Μειώνει τον κίνδυνο εμφάνισης πέτρας στα νεφρά
Ο ιδρώτας μπορεί να είναι ένας αποτελεσματικός τρόπος για να απομακρυνθεί το περιττό αλάτι από τον οργανισμό και να διατηρηθούν τα επίπεδα ασβεστίου στα οστά σας. Αυτό περιορίζει τη συσσώρευση άλατος και ασβεστίου στα νεφρά, όπου και σχηματίζουν πέτρες. Επίσης, η εφίδρωση κάνει τον οργανισμό να αναζητάει περισσότερο νερό, κάτι που με τη σειρά του εγγυάται την καλή λειτουργία των νεφρών.
Έρευνα που παρουσιάστηκε στο ετήσιο συνέδριο της Αμερικανικής Ουρολογικής Εταιρείας που έγινε το 2013 στο Σαν Ντιέγκο έδειξε ότι ακόμα και το περπάτημα για μια-δυο ώρες την εβδομάδα μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο ανάπτυξης των λίθων στα νεφρά. Η ήπια έως μέτρια σωματική δραστηριότητα αλλάζει τον τρόπο που το σώμα χειρίζεται τα θρεπτικά συστατικά και τα υγρά που επηρεάζουν το σχηματισμό πέτρας. Η εφίδρωση βοηθά να "ξεπλύνετε" τον οργανισμό σας πιο αποτελεσματικά, επειδή απαιτεί περισσότερη ενυδάτωση από το σώμα.

Αποτρέπει κρυολογήματα και άλλες ασθένειες
Η εφίδρωση μπορεί να βοηθήσει στην καταπολέμηση του μικροβίου της φυματίωσης και άλλων επικίνδυνων παθογόνων παραγόντων. Η δρ Diane De Fiori, δερματολόγος στην Κλινική Rosacea Treatment στη Μελβούρνη της Αυστραλίας, υποστηρίζει ότι ο ιδρώτας περιέχει αντιμικροβιακά πεπτίδια που είναι αποτελεσματικά ενάντια σε ιούς, βακτήρια και μύκητες. Αυτά τα πεπτίδια είναι θετικά φορτισμένα και προσελκύουν τα αρνητικά φορτισμένα βακτήρια, ενώ στη συνέχεια εισχωρούν στις μεμβράνες των βακτηρίων και τα διαλύουν.

Πηγή: onmed.gr

Τρίτη, 11 Νοεμβρίου 2014

Η γενναία εξομολόγηση του Goyle

Έχασε πάνω από 70 κιλά και τώρα πρέπει να αντιμετωπίσει τον νέο εφιάλτη του: το δέρμα του 



Ο John Goyle ήταν ένας υπέρβαρος έφηβος που μετά από πολύχρονη μάχη με τα κιλά κατάφερε να χάσει 72 και πλέον να δείχνει υγιής. 

Κάτω από τα ρούχα του όμως ο John κρύβει τα απομεινάρια του παρελθόντος του και τώρα είναι η ώρα να αντιμετωπίσει την μεγαλύτερη του ανασφάλεια: το χαλαρό δέρμα. 

To βίντεο έχει συγκεντρώσει σχεδόν μισό εκατομμύριο views σε δύο μόνο μέρες. Δημοσιοποιώντας αυτό το βίντεο έγραψε: "Για μένα είναι ειλικρινά κάτι πολύ παραπάνω από απλά ένα βίντεο. 

Αυτός είμαι εγώ που εκθέτω τον εαυτό μου στον κόσμο. Σε καμία περίπτωση δεν ήταν εύκολο και σκεφτικά πολλές φορές να κάνω πίσω, βρίσκοντας δικαιολογίες ή προσπαθώντας να το αποφύγω. 

Τότε σκέφτηκα, πως ο πραγματικός και πιο σημαντικός λόγος που έχω τη σελίδα και το κανάλι μου στο YouTube είναι για να βοηθήσω όσους ανθρώπους μπορώ και πως είναι ακριβώς αυτό που θέλω να πετύχω με το βίντεο. 

Αυτό που δεν είχα συνειδητοποιήσει είναι το πόσο αυτό το βίντεο θα βοηθούσε ΕΜΕΝΑ! 

Το βάρος που έφυγε από πάνω μου είναι τεράστιο. Είχα πολύ δύναμη και υποστήριξη από ανθρώπους που θέλω να ευχαριστήσω και αισθάνομαι ευλογημένος. 

Αυτός είναι ο τρόπος μου να αντιμετωπίσω το χαλαρό δέρμα μου..." 


Κυριακή, 9 Νοεμβρίου 2014

Γιατί κάποια παιδιά είναι πιο επιρρεπή στο φαγητό;


Δύο νέες μελέτες που πραγματοποιήθηκαν στη Μ. Βρετανία αναδεικνύουν ότι... ορισμένα παιδιά φαίνεται να έχουν μεγαλύτερη όρεξη για φαγητό σε σχέση με τους συνομηλίκους τους, κάτι που είναι πιθανό να οφείλεται στα... γονίδιά τους! Διατροφολόγοι από την Αμερική τονίζουν ότι ο σωστός τρόπος διαχείρισης της όρεξης των παιδιών ήδη από μικρή ηλικία αποτελεί σημαντικό κομμάτι στην πρόληψη της παιδικής παχυσαρκίας.

Ρίχνοντας μία πιο προσεκτική ματιά…

Στη μία από τις δύο προαναφερθείσες μελέτες, αξιολογήθηκε το αίσθημα της όρεξης σε ζεύγη διδύμων ηλικίας 3 μηνών, και φάνηκε ότι τα μωρά με μεγαλύτερο αίσθημα όρεξης αναπτύσσονται γρηγορότερα και ζυγίζουν περίπου ένα κιλό παραπάνω στην ηλικία των δεκαπέντε μηνών σε σχέση με τα δίδυμα αδελφάκια τους, γεγονός που τα τοποθετεί σε υψηλότερο κίνδυνο για παχυσαρκία.

Στη δεύτερη μελέτη φάνηκε ότι τα παιδιά με περισσότερους ΄τύπους γονιδίων’ που σχετίζονται με την παχυσαρκία ανταποκρίνονται λιγότερο σε σήματα κορεσμού. Σύμφωνα μάλιστα με τον Clare Llewellyn, επικεφαλή της μελέτης στο Πανεπιστημιακό Κολλέγιο του Λονδίνου, αυτά τα παιδιά είναι πιο πιθανό να υπερκαταναλώνουν φαγητό σε σχέση με τα παιδιά με λιγότερους τύπους αυτών των γονιδίων, αφού δεν αντιλαμβάνονται το αίσθημα του κορεσμού τόσο εύκολα.

Οι μελέτες αυτές, οι οποίες δημοσιεύτηκαν στο επιστημονικό περιοδικό JAMA Pediatrics, έρχονται να επιβεβαιώσουν προηγούμενες μελέτες οι οποίες ήδη έδειχναν ότι μερικά παιδιά ενδεχομένως να έχουν προδιάθεση στην παχυσαρκία λόγω γονιδίων που σχετίζονται με την όρεξη.

Τι πρέπει να κάνουμε λοιπόν;

Και οι δύο μελέτες υποδεικνύουν πόσο σημαντικό είναι οι γονείς να λαμβάνουν υπ’ όψιν τους την ευαισθησία του παιδιού στο αίσθημα της όρεξης και του κορεσμού. Έτσι, τα παιδιά που χορταίνουν δυσκολότερα, θα πρέπει να εκπαιδευτούν πάνω στη διατροφική τους συμπεριφορά με σκοπό να αποκτήσουν συνήθειες που θα τους βοηθήσουν να ανταποκρίνονται καλύτερα στο αίσθημα του κορεσμού. Για παράδειγμα, θα πρέπει να μάθουν να τρώνε αργά, να μην τρώνε μπροστά στην τηλεόραση ή να μην ζητάνε ασυναίσθητα δεύτερη μερίδα φαγητού.

Οι γονείς, λοιπόν, θα πρέπει να δείχνουν ιδιαίτερη προσοχή στις διατροφικές συνήθειες των παιδιών τους και να τα ταΐζουν μόνο όταν πραγματικά νιώθουν πείνα. Αν το παιδί γίνεται αρκετά επίμονο όταν έρχεται σε επαφή με φαγητό ή χορταίνει δύσκολα ακόμα κι όταν έχει ήδη φάει, τότε οι γονείς θα πρέπει να προβούν σε διατροφικές τροποποιήσεις όπως το να προτιμούν άπαχες πηγές πρωτεΐνης, περισσότερα λαχανικά, πιο θρεπτικές πηγές λίπους (όπως λιπαρά ψάρια, ελαιόλαδο) αλλά και πιο ζεστά φαγητά που ενδεχομένως να εντείνουν το αίσθημα του κορεσμού.

Γιατί είναι σημαντική η πρόληψη από μικρή ηλικία;

Τα πρώτα χρόνια της ζωής ενός παιδιού είναι μια κρίσιμη περίοδος για τη διατήρηση ενός υγιούς βάρους. Μάλιστα, τα παιδιά που είναι υπέρβαρα στο νηπιαγωγείο έχουν τέσσερις φορές περισσότερες πιθανότητες να είναι παχύσαρκα στο γυμνάσιο σε σύγκριση με τους συνομηλίκους τους με φυσιολογικό βάρος. Επιπλέον, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το υπερβάλλον βάρος βάζει τα παιδιά σε κίνδυνο για εμφάνιση σακχαρώδους διαβήτη τύπου 2, υψηλής αρτηριακής πίεσης, υψηλή χοληστερόλη, νόσους του ήπατος, άπνοια ύπνου, μυοσκελετικά προβλήματα αλλά και άλλα προβλήματα υγείας.

Καπίρη Ελπινίκη
Πηγή: http://www.nutrimed.gr/